Μετάφραση του "split up" σε Ελληνικά

Οι χωρίζω, διάσπαση, διαχωρίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "split up" σε Ελληνικά.

split up verb noun γραμματική

(intransitive, idiomatic, Of a group of people) Cease to be together, break apart from the group. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χωρίζω

    verb

    I think we should split up and look for Caroline.

    Νομίζω ότι πρέπει να χωρίσει και να αναζητήσουν Caroline.

  • διάσπαση

    noun

    In view of those two elements, valuation prior to the split up is not necessary.

    Με βάση αυτά τα δύο στοιχεία, η αποτίμηση της αξίας πριν από τη διάσπαση δεν είναι απαραίτητη.

  • διαχωρίζομαι

    verb

    Trains which are never split up in service are considered as a single wagon for the application of this requirement.

    Αμαξοστοιχίες που δεν διαχωρίζονται εν υπηρεσία, θεωρούνται ως ενιαίο όχημα όσον αφορά την ισχύ της παρούσας απαίτησης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαχωρίζω
    • διχάζω
    • σπάζω
    • σπάσιμο
    • τεμαχίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " split up " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "split up" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "split up" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη