Μετάφραση του "spoliate" σε Ελληνικά
Οι κουρσεύω, λαφυραγωγώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spoliate" σε Ελληνικά.
spoliate
verb
γραμματική
(transitive, obsolete) To plunder; to pillage; to despoil; to rob. [..]
-
κουρσεύω
-
λαφυραγωγώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spoliate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "spoliate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλλοίωση · κούρσεμα · λεηλασία · παραποίηση εγγράφου · πλιάτσικο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη