Μετάφραση του "spousal" σε Ελληνικά
Οι συζυγικός, γαμήλιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spousal" σε Ελληνικά.
spousal
adjective
noun
γραμματική
of or relating to a spouse, spouses; to the relationship between spouses [..]
-
συζυγικός
adjective masculineOf, or relating to marriage, or the relationship of spouses.
-
γαμήλιος
adjectiveNo alcohol, no staying out past 10:00 P.M., no non-spousal co-habitation.
Όχι αλκοόλ, όχι έξοδος μετά τις 10 το βράδυ, όχι μη γαμήλια συγκατοίκηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spousal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "spousal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σύζυγος · σύντροφος βίου · σύντροφος ζωής · ταίρι
-
γάμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη