Μετάφραση του "spread" σε Ελληνικά

Οι απλώνω, εξάπλωση, διαδίδω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spread" σε Ελληνικά.

spread verb noun adjective γραμματική

(transitive) To stretch out, open out (a material etc.) so that it more fully covers a given area of space. [from 13th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απλώνω

    verb

    Insert a plate in the grain cutter and spread a handful of grains on the grid.

    Αφού εισαχθεί μια πλάκα στον σποροτόμο, απλώνεται μια χούφτα σπόρων πάνω στο πλέγμα.

  • εξάπλωση

    noun

    Turkey would help spread stability in the volatile regions beyond its eastern and southern borders.

    Τουρκία θα συνέβαλε στην εξάπλωση της σταθερότητας στις ασταθείς περιοχές πέραν των ανατολικών και νοτίων συνόρων της.

  • διαδίδω

    verb

    But I suppose I shouldn't be spreading them.

    Αλλά υποθέτω δεν θα έπρεπε να τις διαδίδω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έκταση
    • αλείφω
    • διάδοση
    • διασπείρω
    • άνοιγμα
    • σκορπίζω
    • αναριεύω
    • ξαπλώνω
    • μεταδίδω
    • διασκορπίζω
    • διεύρυνση
    • αλοιφή
    • κάλυμμα
    • τραπέζι
    • κυκλοφορώ
    • ράντσο
    • απλώνομαι
    • πολτός
    • σκέπασμα
    • αναπτύσσομαι
    • διαδίδομαι
    • τεντώνω
    • εξαπλώνομαι
    • ξεδιπλώνω
    • γενικεύομαι
    • επαλείφω
    • επεκτείνομαι
    • κλιμακώνομαι
    • κοινολογώ
    • σκορπώ
    • υπερκαλύπτω
    • διαλύομαι
    • επέκταση χρώματος
    • επίσημο γεύμα
    • κρέμα
    • παρουσιάζω έξαρση
    • φάρμα με βόδια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spread " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Spread
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επεκτείνω, διασπείρω

Εικόνες με "spread"

Φράσεις παρόμοιες με "spread" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spread" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη