Μετάφραση του "spreading" σε Ελληνικά
Οι διασπορά, εξάπλωση, διάδοση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spreading" σε Ελληνικά.
Present participle of spread. [..]
-
διασπορά
noun feminineThis fragmentation is undoubtedly encouraged by the fact that responsibilities are similarly spread among the Commission departments.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό ενθαρρύνθηκε από μια ανάλογη διασπορά που υφίσταται στους κόλπους των υπηρεσιών της Κοινότητας.
-
εξάπλωση
nounThe spread accelerates once the patient loses consciousness.
Η εξάπλωση επιταχύνεται όταν ο ασθενής χάνει τις αισθήσεις του.
-
διάδοση
nounTaken together, these factors limit the spread of the milk programme among teenage consumers.
Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων περιορίζει τη διάδοση του προγράμματος για το σχολικό γάλα στους έφηβους καταναλωτές.
-
διεύρυνση
nounEnlargement will bring in its wake an increased risk of diseases spreading over wider areas.
Η διεύρυνση θα αυξήσει τον κίνδυνο μετάδοσης των ζωονόσων σε μεγαλύτερες αποστάσεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spreading " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "spreading" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προπαγανδίζω
-
απλώνω τα χέρια μου
-
σε διάσταση
-
Διαμόρφωση φασματικής εξάπλωσης
-
απαγόρευση διασκορπισμού των ακάθαρτων υδάτων
-
εξάπλωση καθυστέρησης
-
Επεκτείνω, διασπείρω
-
Φασματική εξάπλωση με αναπήδηση συχνότητας