Μετάφραση του "sprinkle" σε Ελληνικά
Οι ρίχνω, πασπαλίζω, ραντίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sprinkle" σε Ελληνικά.
sprinkle
verb
noun
γραμματική
(transitive) To cause (a substance) to fall in fine drops (for a liquid substance) or small pieces (for a solid substance). [..]
-
ρίχνω
verbto cause to fall in fine drops
If he sprinkles some powder on the place will the place really turn blue?
Αν ρίξει κάποια πούδρα πάνω στο σημείο εκείνο το σημείο θα γίνει μπλε?
-
πασπαλίζω
verbYeah, as long as we don't sprinkle coke on our popcorn.
Ναι, εφόσον δεν πασπαλίζω κοκα στα ποπ-κορν.
-
ραντίζω
verbSprinkled with crystal of oven cleaner.
Το ραντίζω με καθαριστικό φούρνου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επίπασμα
- επιπάσσω
- ραίνω
- σκορπίζω
- διασπείρω
- διασκορπίζω
- αναβλύζω
- πιτσιλίζω
- ψιχαλίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sprinkle " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "sprinkle"
Φράσεις παρόμοιες με "sprinkle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ραντιστήρι
-
ράντισμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη