Μετάφραση του "sprouting" σε Ελληνικά

Το βλάστηση είναι η μετάφραση του "sprouting" σε Ελληνικά.

sprouting noun verb γραμματική

Present participle of sprout. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βλάστηση

    noun

    The sprouting of seeds involves minimal processing of the original product and can therefore be considered primary production.

    Η βλάστηση σπόρων χρειάζεται ελάχιστη επεξεργασία του αρχικού προϊόντος και συνεπώς μπορεί να θεωρηθεί πρωτογενής παραγωγή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sprouting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sprouting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • φυτρωμένος
  • αναπτύσσω · βλαστάνω · βλαστάρι · βλασταίνω · βλαστός · ξεβλασταρώνω · φυτρώνω
  • λάχανο Βρυξελλών · λάχανο βρυξελλών · λαχανάκι Βρυξελλών
  • αναπτύσσω · βλαστάνω · βλαστάρι · βλασταίνω · βλαστός · ξεβλασταρώνω · φυτρώνω
  • αναπτύσσω · βλαστάνω · βλαστάρι · βλασταίνω · βλαστός · ξεβλασταρώνω · φυτρώνω
  • αναπτύσσω · βλαστάνω · βλαστάρι · βλασταίνω · βλαστός · ξεβλασταρώνω · φυτρώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sprouting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη