Μετάφραση του "spunk" σε Ελληνικά

Οι θάρρος, τόλμη, κουράγιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spunk" σε Ελληνικά.

spunk verb noun γραμματική

(Australian, New Zealand, slang) An attractive person (normally male). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θάρρος

    noun neuter
  • τόλμη

    noun feminine
  • κουράγιο

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σπέρμα
    • τολμη, θαρρος, αφοβια ... (vulgar): semen
    • δαδί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spunk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spunk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη