Ίσως σας ενδιαφέρει να εξετάσετε και αυτές τις λέξεις:
Μετάφραση του "spurring" σε Ελληνικά
spurring
verb
noun
Present participle of spur. [..]
Αυτόματες μεταφράσεις του " spurring " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"spurring" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το spurring στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "spurring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυθόρμητος
-
έκτακτος · απρογραμμάτιστος · απόφαση τής στιγμής · παρόρμηση τής στιγμής · στιγμή ιδιασμού
-
αγκαθοκαλημάνα
-
Κίνητρο
-
αφορμώμενος από · υποκινούμενος από · υπό τήν πίεση (+Γεν.)
-
αφορμώμενος από · με αφορμή · υποκινούμενος από
-
αποτελώ αφορμή για · δραστηριοποιώ · ελατήριο · ενθαρρύνω · εξοπλίζω με σπιρούνια · κεντώ · οδηγώ σε · παρακινώ · προωθώ · πυροδοτώ · σπιρούνι · τονώνω · τσιγκλίζω · ωθώ · ωθώ σε · ώθηση
-
αρθρική απόφυση · εξόστωση · κότσι · οστέινο εξόγκωμα · οστεόφυτο · οστική προεκβολή · σπιρούνι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη