Μετάφραση του "squandering" σε Ελληνικά

Οι διασπάθιση, καταδαπάνηση, σπάταλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "squandering" σε Ελληνικά.

squandering noun verb γραμματική

Present participle of squander. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διασπάθιση

    noun

    That leads to poor results and the squandering of funds.

    Το γεγονός αυτό οδηγεί σε μέτρια αποτελέσματα και σε διασπάθιση των πόρων.

  • καταδαπάνηση

    noun
  • σπάταλος

    Do not accuse us of squandering now.

    Κανείς δεν μας κατηγορεί πλέον ότι είμαστε σπάταλοι.

  • σπατάλη

    noun

    Peter, we know about your selfish squandering of your reparation money.

    Πίτερ, γνωρίζουμε για την ιδιοτελή σπατάλη σου των χρημάτων της αποζημίωσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " squandering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "squandering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καταξοδεύω · σπαταλώ · χαραμίζω
  • χαραμίζω
  • καταξοδεύω · σπαταλώ · χαραμίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "squandering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη