Μετάφραση του "sr." σε Ελληνικά

Το μεγαλύτερος είναι η μετάφραση του "sr." σε Ελληνικά.

sr. adjective

used of the older of two persons of the same name especially used to distinguish a father from his son; "Bill Adams, Sr."

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεγαλύτερος

    adjective

    Pat Sr. wanted justice but he didn't want his son's sexual orientation out.

    Ο Πατ ο μεγαλύτερος ήθελε δικαιοσύνη, αλλά δεν ήθελε να φανερωθούν οι σεξουαλικές προτιμήσεις του γιου του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sr. " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Sr. abbreviation

Abbreviation of [i]senior[/i]. A title used after a father's name when his son is given the same name.

+ Προσθήκη

"Sr." στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Sr. στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "sr." με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sr." σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη