Μετάφραση του "stab" σε Ελληνικά

Οι μαχαιρώνω, μαχαιριά, μαχαίρωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stab" σε Ελληνικά.

stab verb noun γραμματική

An act of stabbing or thrusting with an object. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαχαιρώνω

    verb

    Gaining your trust and stabbing you in the back.

    Κερδίζω την εμπιστοσύνη σου και σε μαχαιρώνω πισώπλατα.

  • μαχαιριά

    feminine

    Still, being ridiculed can hurt, just like a stab wound.

    Ωστόσο, το να σε χλευάζουν μπορεί να προξενεί πόνο, όπως ακριβώς και μια μαχαιριά.

  • μαχαίρωμα

    Nothing in my contract about being stabbed with a steak knife.

    Στο συμβόλαιό μου δεν λέει τίποτε για μαχαίρωμα με το μαχαίρι της μπριζόλας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απόπειρα
    • ευκαιρία
    • καρφώνω
    • σουβλιά
    • μπάζω
    • μπήγω
    • χώνω
    • τρυπώ
    • βυθίζω
    • κάνω επίθεση με μαχαίρι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stab " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "stab"

Φράσεις παρόμοιες με "stab" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δοκιμάζω
  • επίθεση με μαχαίρι · μαχαίρωμα
  • αλεξίσφαιρα γιλέκα
  • θανάσιμο μαχαίρωμα
  • μαχαιριές
  • επίθεση με μαχαίρι · μαχαίρωμα
  • επίθεση με μαχαίρι · μαχαίρωμα
  • επίθεση με μαχαίρι · μαχαίρωμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stab" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη