Μετάφραση του "stale" σε Ελληνικά

Οι μπαγιάτικος, στάσιμος, έωλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stale" σε Ελληνικά.

stale adjective verb noun γραμματική

Having lost its freshness from age. Stale food, for instance, is food which is still edible but has lost its deliciousness. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπαγιάτικος

    adjective masculine

    having lost its freshness

    The air is thick, stale, smells like sweat.

    Ο αέρας είναι παχύς, μπαγιάτικος και βρωμάει ιδρωτίλα.

  • στάσιμος

    adjective

    having lost its freshness

    Well, I enjoy spending time with you, but, honey, I kind of feel like we're getting a little stale.

    Μου αρέσει να είμαι μαζί σου αλλά γλυκέ μου, νιώθω πως έχουμε μείνει στάσιμοι.

  • έωλος

    masculine

    no longer new or interesting

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "stale"

Φράσεις παρόμοιες με "stale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη