Μετάφραση του "stalker" σε Ελληνικά

Οι αθέατος κυνηγός ή διώκτης, διώκτης, επίμονος θαυμαστής, εμμονικός θαυμαστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stalker" σε Ελληνικά.

stalker noun γραμματική

A person who engages in stalking. Originally meant a tracker and hunter or guide of game. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αθέατος κυνηγός ή διώκτης

  • διώκτης, επίμονος θαυμαστής

  • εμμονικός θαυμαστής

  • κυνηγός

    noun masculine m;f masculine;feminine

    a person who secretly follows someone, sometimes with unlawful intentions [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stalker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stalker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη