Μετάφραση του "standstill" σε Ελληνικά

Οι ακινησία, στάση, ακινητοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "standstill" σε Ελληνικά.

standstill noun γραμματική

complete immobility; halt [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακινησία

    noun feminine

    The restriction will bring cross-border movements of Finnish commercial vehicles, for example timber shipments, virtually to a standstill.

    Ο περιορισμός αυτός πρόκειται ουσιαστικά να καταδικάσει σε ακινησία τις φινλανδικές διαμεθοριακές οδικές εμπορευματικές μεταφορές, για παράδειγμα ξυλείας.

  • στάση

    noun feminine

    Current capacity, DC systems, trains at standstill — 4.2.6

    Ικανότητα ρευματοδοσίας, συστήματα ΣΡ, αμαξοστοιχίες σε στάση - 4.2.6

  • ακινητοποίηση

    noun

    Tiberius had brought the hub of this huge empire to a standstill.

    Ο Τιβέριος είχε ακινητοποίηση την καρδιά μιας τεράστιας αυτοκρατορίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στασιμότητα
    • σταμάτημα
    • υποτονικότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " standstill " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "standstill" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη