Μετάφραση του "starting" σε Ελληνικά
Οι εκκίνηση, ξεκίνημα, το να ξεκινάς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "starting" σε Ελληνικά.
starting
noun
adjective
verb
γραμματική
Present participle of start. [..]
-
εκκίνηση
noun feminineAfter a shaky start, you really came through for us.
Μετά από μία κακή εκκίνηση, πραγματικά βρήκες την άκρη.
-
ξεκίνημα
noun neuterI hope peace has returned to you, and you've overcome the new start.
Ελπίζω ότι η ειρήνη θα επιστρέψει, και να έχεις ξεπεράσει το νέο ξεκίνημα.
-
το να ξεκινάς
-
το ξεκίνημα [+Γεν.]
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " starting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "starting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αρχή μηνύματος
-
ήπια εκκίνηση · διάστημα έναρξης
-
μπιτ εκκίνησης
-
βάβω μπρος · βάζω κπν μπροστά, πόστα · βάζω μπροστά
-
Έναρξη ηχητικής συνομιλίας...
-
άρχομαι · έναρξη · αναπηδώ · ανατριχιάζω · αναχωρώ · ανοίγω · απαρχή · αποδύομαι · αρχή · αρχίζω · αφετηρία · βάζω μπρος · εκκίνηση · εξαφανίζομαι · κινώ · ξαφνιάζομαι · ξεκίνημα · ξεκινώ · ξεκουμπίζομαι · πετάγομαι (από κάπου) · πιάνω · πλεονέκτημα εκκίνησης · πρωτοβουλία · πρώτη ευκαιρία · τρέμω · τρομάζω
-
αρχική σελίδα κενής κονσόλας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη