Μετάφραση του "starting time" σε Ελληνικά
Το αρχή είναι η μετάφραση του "starting time" σε Ελληνικά.
starting time
noun
the time at which something is supposed to begin; "they got an early start"; "she knew from the get-go that he was the man for her"
-
αρχή
noun feminineEach interruption shall start time running afresh.
Έπειτα από κάθε διακοπή, η προθεσμία αρχίζει να προσμετράται από την αρχή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " starting time " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "starting time" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρόνος έναρξης
-
χρόνος εκκίνησης
-
μεμονωμένος χρόνος έναρξης κατά στόμιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη