Μετάφραση του "starvation" σε Ελληνικά

Οι λιμός, λιμοκτονία, ασιτία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "starvation" σε Ελληνικά.

starvation noun γραμματική

a condition of severe suffering due to a lack of nutrition. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιμός

    noun masculine

    μεγάλη πείνα

    There are starvation and epidemic.

    Υπάρχουν λιμοί και επιδημίες.

  • λιμοκτονία

    noun

    severe deficiency in caloric energy, nutrient, and vitamin intake

    But starvation and hypothermia are running a close second and third.

    Αλλά η λιμοκτονία και η υποθερμία ακολουθούν από πολύ κοντά στην δεύτερη και τρίτη θέση.

  • ασιτία

    This protectionist policy robs poor people of income opportunities and thus of the ability to avoid starvation.

    Αυτή η προστατευτική πολιτική στερεί από τον κόσμο εισοδηματικές ευκαιρίες και επομένως την δυνατότητα να αποφύγουν την ασιτία.

  • πείνα

    noun feminine

    They grow up quickly with war, fear and starvation.

    Μεγαλώνουν γρήγορα με τον πόλεμο, τον φόβο και την πείνα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " starvation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "starvation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη