Μετάφραση του "stately" σε Ελληνικά

Οι μεγαλοπρεπής, αξιοπρεπής, αριστοκρατικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stately" σε Ελληνικά.

stately adjective adverb γραμματική

Of people: regal, dignified; worthy of respect. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεγαλοπρεπής

    She was tall, stately, affable.

    Ήταν ψηλή, μεγαλοπρεπής, καταδεκτική.

  • αξιοπρεπής

    adjective
  • αριστοκρατικός

    adjective
  • ευγενής, επιβλητικός, μεγαλειώδης, αρχοντικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stately " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stately" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stately" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη