Μετάφραση του "statistics" σε Ελληνικά

Οι στατιστική, επιστήμη στατιστικής, στατιστικά στοιχεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "statistics" σε Ελληνικά.

statistics noun γραμματική

(singular) A mathematical science concerned with data collection, presentation, analysis, and interpretation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στατιστική

    noun proper feminine

    collection of measurements [..]

    The statistical report shall set out any other statistical information which is required under the Agreement.

    Η στατιστική κατάσταση προσδιορίζει κάθε άλλη πληροφορία που απαιτείται βάσει της συμφωνίας.

  • επιστήμη στατιστικής

    noun
  • στατιστικά στοιχεία

    A branch of mathematics dealing with the collection, analysis, interpretation, and presentation of masses of numerical data.

    DE does not have specific statistics for Community trade mark cases as statistics are collected for all cases related to industrial property.

    Στη DE δεν υπάρχουν ειδικά στατιστικά στοιχεία για υποθέσεις κοινοτικού εμπορικού σήματος, καθώς συλλέγονται στατιστικά στοιχεία για όλες τις υποθέσεις που αφορούν βιομηχανική ιδιοκτησία.

  • στατιστική, στατιστικά στοιχεία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " statistics " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "statistics" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "statistics" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη