Μετάφραση του "staunch" σε Ελληνικά

Οι ακέραιος, αγαθός, πιστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "staunch" σε Ελληνικά.

staunch adjective verb γραμματική

dependable, persistent [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακέραιος

    adjective
  • αγαθός

    adjective
  • πιστός

    noun

    I think your staunch daughter just came up with the solution to our vexing situation.

    Νομίζω πως η πιστή σου κόρη βρήκε τη λύση για την εξοργιστική μας κατάσταση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σταθερός
    • στερεός
    • αφοσιωμενος, πιστος, "θιασωτης" ... firm or steadfast in priciple, adherence, loyalty etc. ... always loyal in supporting a person, organisation, or set of beliefs
    • αφοσιωμένος
    • φανατικός
    • δίκαιος
    • αξιόπιστος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " staunch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "staunch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη