Μετάφραση του "steering" σε Ελληνικά

Οι καθοδήγηση, Σύστημα διεύθυνσης, οδήγηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "steering" σε Ελληνικά.

steering verb noun γραμματική

Present participle of steer. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθοδήγηση

    noun

    Reinforcement of the human resources for steering the revision process is needed.

    Χρειάζεται ενίσχυση των ανθρώπινων πόρων για την καθοδήγηση της διαδικασίας αναθεώρησης.

  • Σύστημα διεύθυνσης

    collection of components, linkages, etc. which allows any vehicle to follow the desired course (for directional control)

    One series uses anticlockwise steering, and the other series uses clockwise steering.

    Στη μία σειρά χρησιμοποιείται αριστερόστροφο σύστημα διεύθυνσης και στην άλλη σειρά χρησιμοποιείται δεξιόστροφο σύστημα διεύθυνσης.

  • οδήγηση

    noun

    When you drive your car, when you steer your car, you use a method called Ackermann steering.

    Όταν οδηγείς το αυτοκίνητο σου, όταν στρίβεις το αυτοκίνητο σου, χρησιμοποιείς μια μέθοδο που λέγεται οδήγηση Άκερμαν.

  • πηδαλιούχηση

    Control Room, what are you steering?

    Θάλαμε Ελέγχου, ποια είναι η πηδαλιούχηση;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " steering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "steering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • τιμόνι
  • βωδινό · βόδι · διευθύνω · ευνουχισμένος ταύρος · καθοδηγώ · κατευθύνω · μανουβράρω · οδηγώ
  • μακριά από
  • οδηγώ
  • συντονιστική επιτροπή
  • καθοδήγηση δέσμης
  • κατευθυντήριο σύστημα · μηχανισμός κατεύθυνσης · σύστημα οδήγησης
  • ομάδα καθοδήγησης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "steering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη