Μετάφραση του "step" σε Ελληνικά
Οι σκαλοπάτι, βήμα, σκαλί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "step" σε Ελληνικά.
(intransitive) To move the foot in walking; to advance or recede by raising and moving one of the feet to another resting place, or by moving both feet in succession. [..]
-
σκαλοπάτι
noun masculineone of a set of rests in a stair or ladder
Tom sat down on the step.
Ο Τομ έκατσε στο σκαλοπάτι.
-
βήμα
noun neuterκίνηση
That's one small step for man, one giant leap for mankind.
Ένα μικρό βήμα για ένα άνθρωπο, ένα βήμα γίγαντα για την ανθρωπότητα.
-
σκαλί
noun neuter masculineone of a set of rests in a stair or ladder
I just wanted to climb the steps and maybe peek at the sacred object.
Aπλώς θ'αvέβαιvα τα σκαλιά και θα'ριχvα μια κρυφή ματιά στo ιερό αvτικείμεvo.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βαθμίδα
- πατώ
- διάβημα
- προσέγγιση
- βαθμίς
- προχωρώ
- ίχνος
- θετός
- περπατώ
- βηματίζω
- μοίρα
- αναβαθμός
- χορεύουν
- πάτημα (ανεμόσκαλας)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " step " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Βήμα
properThat's one small step for man, one giant leap for mankind.
Ένα μικρό βήμα για ένα άνθρωπο, ένα βήμα γίγαντα για την ανθρωπότητα.
Εικόνες με "step"
Φράσεις παρόμοιες με "step" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βήμα της χήνας
-
βήμα προς βήμα · βήμα-βήμα · βαθμηδόν
-
ένα ταξίδι χιλίων μιλίων ξεκινά με ένα μόνο βήμα
-
βήμα-βήμα · σιγά σιγά · σιγά-σιγά
-
Αλληλεπίδραση βήμα προς βήμα
-
μονός βηματισμός
-
ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω