Μετάφραση του "stepwise" σε Ελληνικά
Οι κλιμακωτός, βαθμιαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stepwise" σε Ελληνικά.
stepwise
adjective
adverb
γραμματική
One (small) step or stage at a time; gradual; piecemeal [..]
-
κλιμακωτός
-
βαθμιαίος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stepwise " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη