Μετάφραση του "stiletto" σε Ελληνικά

Οι εγχειρίδιο, στιλέτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stiletto" σε Ελληνικά.

stiletto adjective verb noun γραμματική

Sharp and narrow like a stiletto. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγχειρίδιο

    noun neuter
  • στιλέτο

    noun neuter

    First thing my fella noticed about me when we first met was my pink stilettos.

    Το πρώτο που είδε ο δικός μου ήταν οι ροζ γόβες στιλέτο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stiletto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "stiletto"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stiletto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη