Μετάφραση του "stoa" σε Ελληνικά
Οι στοά, Αρχαία ελληνική στοά, αρχαία ελληνική στοά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stoa" σε Ελληνικά.
stoa
noun
γραμματική
(architecture) In Ancient Greece, a walkway with a roof supported by colonnades, often with a wall on one side; a portico. [..]
-
στοά
His disciples got the name Stoics from the Stoa Poikile, the painted porch in Athens where he taught.
Οι μαθητές του ονομάστηκαν «Στωικοί» από την Ποικίλη Στοά, μια στοά της αρχαίας Αθήνας διακοσμημένη με ζωγραφικές αναπαραστάσεις, όπου δίδασκε ο Ζήνων.
-
Αρχαία ελληνική στοά
ancient Greek covered walkway or portico
-
αρχαία ελληνική στοά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stoa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "stoa"
Φράσεις παρόμοιες με "stoa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Στοά του Αττάλου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη