Μετάφραση του "stock split" σε Ελληνικά
Οι διάσπαση, σπάσιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stock split" σε Ελληνικά.
stock split
noun
an increase in the number of outstanding shares of a corporation without changing the shareholders' equity; "they announced a two-for-one split of the common stock"
-
διάσπαση
nounDate as of which the stock split becomes effective.
Ημερομηνία από την οποία παράγει αποτελέσματα η διάσπαση μετοχής
-
σπάσιμο
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stock split " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη