Μετάφραση του "stoically" σε Ελληνικά

Το στωικά είναι η μετάφραση του "stoically" σε Ελληνικά.

stoically adverb γραμματική

In a stoical manner; ability to suffer pain and hardship without showing feeling or complaint. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στωικά

    adverb

    in an manner consistent with the philosophy of stoicism [..]

    And yet, he has combated them stoically and selflessly, without revealing my identity.

    Τις καταπολέμησε στωικά χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητά μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stoically " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stoically" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stoically" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη