Μετάφραση του "stolidity" σε Ελληνικά
Οι απάθεια, αδιαφορία, αταραξία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stolidity" σε Ελληνικά.
stolidity
noun
γραμματική
The property of being stolid; unemotionality. [..]
-
απάθεια
noun feminine -
αδιαφορία
noun -
αταραξία
noun feminine -
στωικισμός
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stolidity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "stolidity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
calm, dependable, and showing little emotion or animation ... επισης αναισθητος · αδιάφορος · απαθής · απαθης, αταραχος · ατάραχος
-
αταραξία · στωικισμός
-
calm, dependable, and showing little emotion or animation ... επισης αναισθητος · αδιάφορος · απαθής · απαθης, αταραχος · ατάραχος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη