Μετάφραση του "stone" σε Ελληνικά

Οι πέτρα, λίθος, πέτρινος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stone" σε Ελληνικά.

stone adjective verb noun adverb neuter γραμματική

Constructed of stone. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πέτρα

    noun feminine

    small piece of stone

    He broke the window by throwing a stone.

    Έσπασε το παράθυρο πετώντας μια πέτρα.

  • λίθος

    noun masculine

    substance [..]

    Weapons are truly the corner stone of civilization.

    Τα όπλα είναι πραγματικά η ακρογωνιαία λίθος του πολιτισμού.

  • πέτρινος

    adjective

    It's a long stone wall with a big elm tree at the east end.

    Είναι ένας μεγάλος πέτρινος φράκτης με μια μεγάλη φτελιά στο ανατολικό άκρο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κουκούτσι
    • λίθινος
    • μυλόπετρα
    • λιθοβολώ
    • πέτρωμα
    • Πέτρα
    • στόουν
    • πιόνι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stone " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Stone proper noun

A surname. [..]

+ Προσθήκη

"Stone" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Stone στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "stone"

Φράσεις παρόμοιες με "stone" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λιθόστρωτο
  • κουνάβι · νυφίτσα
  • ακονόπετρα
  • δρύπη
  • εκβραχισμός
  • εποχή του λίθου
  • λατομείο
  • δεν ορρωδώ προ ουδενός · δεν φείδομαι προσπαθειών · καταβάλλω πάσα δυνατή προσπάθεια · κινώ γη και ουρανό · κινώ θεούς και δαίμονες · κινώ πάντα λίθον · σηκώνω τον κόσμο στο πόδι · ψάχνω παντού · ψάχνω σπιθαμή προς σπιθαμή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stone" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη