Μετάφραση του "store" σε Ελληνικά

Οι μαγαζί, κατάστημα, αποθήκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "store" σε Ελληνικά.

store verb noun γραμματική

A place where items may be accumulated or routinely kept. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαγαζί

    noun neuter

    An establishment, either physical or virtual, that sells goods or services to the public.

    His store is always crowded with customers.

    Το μαγαζί του είναι πάντα γεμάτο πελάτες.

  • κατάστημα

    noun neuter

    place where items may be purchased [..]

    Just as she was about to leave the store, she saw a beautiful dress in the window.

    Πάνω που ήταν έτοιμη να βγεί από το κατάστημα, είδε ένα ωραίο φόρεμα στη βιτρίνα.

  • αποθήκη

    noun feminine

    place where items may be kept

    All quantities discharged shall be weighed by species before being transported to a cold store or another destination.

    Όλες οι ποσότητες που εκφορτώνονται ζυγίζονται ανά είδος πριν μεταφερθούν σε ψυκτική αποθήκη ή σε άλλο προορισμό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απόθεμα
    • παρακαταθήκη
    • αποθηκεύω
    • αποθήκευση
    • μνήμη
    • μαγαζάκι
    • στοκ
    • εμπορείο
    • εναποθηκεύω
    • εφοδιάζω
    • αποθηκεύω, συσσωρεύω
    • εμπορικό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " store " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "store"

Φράσεις παρόμοιες με "store" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "store" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη