Μετάφραση του "storehouse" σε Ελληνικά
Οι αποθήκη, απόθεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "storehouse" σε Ελληνικά.
storehouse
verb
noun
γραμματική
A building for keeping goods of any kind, especially provisions; a magazine; a repository; a warehouse. [..]
-
αποθήκη
noun feminineDavid turned the hay wagon down the dusty road toward the bishops’ storehouse.
Ο Ντέιβιντ έστριψε το βαγόνι με τα άχυρα στο χωματένιο δρόμο προς την αποθήκη του επισκόπου.
-
απόθεμα
Noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " storehouse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "storehouse"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη