Μετάφραση του "storekeeper" σε Ελληνικά

Οι μαγαζάτορας, αποθηκάριος, καταστηματάρχης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "storekeeper" σε Ελληνικά.

storekeeper noun γραμματική

The person who runs a shop, either the owner or manager. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαγαζάτορας

    noun

    When we got to the store, the storekeeper refused to serve him.

    Όταν φτάσαμε στο κατάστημα, ο μαγαζάτορας αρνήθηκε να τον εξυπηρετήσει.

  • αποθηκάριος

    Noun

    Ullman hasn't been home since last night either. Neither has Braun, the storekeeper.

    Δε γύρισαν σπίτια τους ο Ούλμαν κι ο Μπράουν, ο αποθηκάριος.

  • καταστηματάρχης

    noun

    However, one storekeeper appreciated the work we were doing so much that he provided us with fruits and vegetables each week.

    Ωστόσο, ένας καταστηματάρχης εκτίμησε τόσο πολύ το έργο που κάναμε ώστε κάθε εβδομάδα μάς έδινε φρούτα και λαχανικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " storekeeper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "storekeeper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη