Μετάφραση του "straddle" σε Ελληνικά

Οι καβαλάω, διασκελίζω, καβαλλικεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "straddle" σε Ελληνικά.

straddle verb noun γραμματική

To sit or stand with a leg on each side of something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καβαλάω

    verb
  • διασκελίζω

    Verb
  • καβαλλικεύω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • To sit or stand with a leg on each side of something ... καβαλαω, καβαλικευω
    • συμβιβάζω
    • [κάθομαι] καβάλα σε
    • ένθεν και ένθεν (+Γεν.)
    • βρίσκομαι εκατέρωθεν [+Γεν.]
    • διασχίζομαι από
    • διατηρώ επαμφοτερίζουσα θέση
    • κάθομαι, κινούμαι ιππαστί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " straddle " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "straddle"

Φράσεις παρόμοιες με "straddle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "straddle" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη