Μετάφραση του "straightaway" σε Ελληνικά
Οι αμέσως, ακαριαίος, ευθύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "straightaway" σε Ελληνικά.
straightaway
adjective
noun
adverb
γραμματική
A straight section of a racetrack. [..]
-
αμέσως
adverbIn an immediate manner; instantly or without delay.
Okay, we need to operate on this gentleman straightaway, please.
Εντάξει, πρέπει να λειτουργούν με αυτόν τον κύριο αμέσως, παρακαλώ.
-
ακαριαίος
adjective -
ευθύς
adverb masculineWe must say straightaway that preventing natural disasters and adapting to climate change is not an easy task.
Πρέπει να δηλώσουμε ευθύς εξαρχής ότι η πρόληψη των φυσικών καταστροφών και η προσαρμογή στην αλλαγή του κλίματος δεν είναι εύκολη υπόθεση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άμεσος
- έγκαιρος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " straightaway " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη