Μετάφραση του "straightway" σε Ελληνικά

Οι αμέσως, ακαριαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "straightway" σε Ελληνικά.

straightway noun adverb γραμματική

A straight section of a racetrack. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμέσως

    adverb
  • ακαριαίος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " straightway " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "straightway" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη