Μετάφραση του "stranger" σε Ελληνικά

Οι ξένος, άγνωστος, αλλοδαπός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stranger" σε Ελληνικά.

stranger verb noun adjective γραμματική

comparative form of strange: more strange [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξένος

    noun masculine

    foreigner [..]

    Look, Morgan was killed by a stranger, a mugger.

    Κοιτάξτε, ο Μόργκαν σκοτώθηκε από έναν ξένο, έναν ληστή.

  • άγνωστος

    noun masculine

    person whom one does not know [..]

    He said, a couple weeks back, a stranger hit him up on his cell.

    Είπε ότι πριν από δυο βδομάδες, ένας άγνωστος τον κάλεσε στο κινητό του.

  • αλλοδαπός

    noun masculine

    foreigner

    The foreigner who was merely passing through or residing temporarily in the land enjoyed no rights except the hospitality usually accorded to strangers.

    Ο αλλοδαπός, ο οποίος απλώς διέβαινε τη χώρα ή διέμενε προσωρινά σ’ αυτήν, δεν απελάμβανε προνόμια εκτός από τη φιλοξενία που παρείχετο συνήθως στους ξένους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νέος
    • ξένη
    • άλλος
    • αλλοδαπή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stranger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stranger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stranger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη