Μετάφραση του "strength" σε Ελληνικά

Οι δύναμη, ισχύς, σθένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strength" σε Ελληνικά.

strength verb noun γραμματική

The quality of being strong. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δύναμη

    noun feminine

    quality of being strong [..]

    Because, like most men, he lacks the strength of heart and mind to bear the consequence.

    Γιατί όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, δεν έχει την δύναμη να αντέξει τις συνέπειες.

  • ισχύς

    noun feminine

    The company's strengths are mainly in the American markets.

    Η ισχύς της εταιρείας εντοπίζεται κυρίως στις αγορές της Αμερικής.

  • σθένος

    noun

    The weak have great strength when clinging to something decent.

    Oι αδύναμοι έχουν μεγάλο σθένος όταν προσκολληθούν σε κάτι ικανοποιητικό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ρώμη
    • αντοχή
    • ανθεκτικότητα
    • ενέργεια
    • επίδραση
    • αλκή
    • επενέργεια
    • αδρότητα
    • ρωμαλεότητα
    • δυνατό σημείο
    • σφοδρότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " strength " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Strength
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ένταση, αντοχή

Εικόνες με "strength"

Φράσεις παρόμοιες με "strength" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "strength" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη