Μετάφραση του "strengthening" σε Ελληνικά

Οι ενίσχυση, ενδυνάμωση, ισχυροποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strengthening" σε Ελληνικά.

strengthening noun verb γραμματική

Present participle of strengthen. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενίσχυση

    noun

    The strengthening of key transport and other links is recognised as an important component of development.

    Η ενίσχυση των βασικών μεταφορών και άλλων συνδέσεων αναγνωρίζεται ως σημαντική συνιστώσα της ανάπτυξης.

  • ενδυνάμωση

    noun

    That is why the Commission is focusing its efforts mainly on strengthening the institutional powers of microfinance operators.

    Για το λόγο αυτό η Επιτροπή επικεντρώνεται κυρίως στην ενδυνάμωση των θεσμικών εξουσιών των φορέων μικροχρηματοδότησης.

  • ισχυροποίηση

    noun

    At the time, the project was meant to contribute to the strengthening of European identity.

    Την εποχή εκείνη, το εν λόγω έργο προοριζόταν να συμβάλει στην ισχυροποίηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " strengthening " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "strengthening" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ενισχύω
  • γαλβανίζω · δυναμώνω · εδραιώνω · ενδυναμώνομαι · ενδυναμώνω · ενισχύομαι · ενισχύω · ισχυροποιούμαι · ισχυροποιώ
  • κραταιώνω
  • ενισχυμένος
  • γαλβανίζω · δυναμώνω · εδραιώνω · ενδυναμώνομαι · ενδυναμώνω · ενισχύομαι · ενισχύω · ισχυροποιούμαι · ισχυροποιώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "strengthening" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη