Μετάφραση του "strive" σε Ελληνικά

Οι αγωνίζομαι, πασχίζω, προσπαθώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strive" σε Ελληνικά.

strive verb noun γραμματική

To try to achieve a result; to make strenuous effort; to try earnestly and persistently. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγωνίζομαι

    verb

    We should constantly be striving for better equality between women and men.

    Πρέπει να αγωνιζόμαστε συνεχώς για καλύτερη ισότητα μεταξύ γυναικών και αντρών.

  • πασχίζω

    verb

    I ken I'm a simple man, but strive for an explanation.

    Το ξέρω ότι είμαι απλός άνθρωπος, αλλά πασχίζω να καταλάβω την εξήγηση.

  • προσπαθώ

    verb

    Both regions are striving to ascertain their participation in the global information economy.

    Και οι δύο περιοχές προσπαθούν να εδραιώσουν τη συμμετοχή τους στην παγκόσμια οικονομία της πληροφορίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " strive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "strive"

Φράσεις παρόμοιες με "strive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "strive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη