Μετάφραση του "stroller" σε Ελληνικά

Οι καροτσάκι, παιδικό καροτσάκι, περιπατητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stroller" σε Ελληνικά.

stroller noun γραμματική

A seat or chair on wheels, pushed by somebody walking behind it, typically used for transporting babies and young children. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καροτσάκι

    noun neuter

    seat on wheels [..]

    Yes, well nothing shaves off decades like a stroller and a sippy cup.

    Τίποτα δεν κόβει δεκαετίες όπως ένα καροτσάκι και ένα παγουρίνο.

  • παιδικό καροτσάκι

    noun neuter

    But she has a pug That she pushes around in a stroller.

    Αλλά έχει μια κοτσίδα που μπορεί να τραβήξει παιδικό καροτσάκι.

  • περιπατητής

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αργόσχολος
    • γλεντζές
    • ξεφαντωτής
    • σουλατσαδόρος
    • χασομέρης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stroller " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "stroller"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stroller" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη