Μετάφραση του "structural" σε Ελληνικά

Οι δομικός, διαρθρωτικός, κατασκευαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "structural" σε Ελληνικά.

structural adjective noun γραμματική

Of, relating to, or having structure [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δομικός

    adjective masculine

    — body structural concept or type of body work,

    δομικός σχεδιασμός του αμαξώματος ή τύπος αμαξώματος,

  • διαρθρωτικός

    Such operations are executed only for structural purposes.

    Οι πράξεις αυτές διενεργούνται μόνο για διαρθρωτικούς λόγους.

  • κατασκευαστικός

    adjective

    I could listen to you talk about structural design all night.

    Μπορώ να σε ακούω να μιλάς για κατασκευαστικά σχέδια όλο το βράδυ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μορφολογικός
    • δομικός, κατασκευαστικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " structural " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "structural" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "structural" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη