Μετάφραση του "strut" σε Ελληνικά
Οι κορδώνομαι, αντιστήριγμα, στύλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strut" σε Ελληνικά.
strut
adjective
Verb
verb
noun
γραμματική
A support rod. [..]
-
κορδώνομαι
verb -
αντιστήριγμα
noun -
στύλος
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υποστήριγμα
- καμαρώνω
- βάδισμα
- στηρίζω
- περπατάω καμαρωτός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " strut " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "strut"
Φράσεις παρόμοιες με "strut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάνω επίδειξη κπ ή κτ · κάνω μόστρα κπ ή κτ · μοστράρω κπ ή κτ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη