Μετάφραση του "stubbornness" σε Ελληνικά

Οι πείσμα, επιμονή, ισχυρογνωμοσύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stubbornness" σε Ελληνικά.

stubbornness noun γραμματική

The state of being stubborn. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πείσμα

    noun neuter

    Burning, that touches the stubbornness in certain people.

    Κάψιμο, αυτό ξυπνά το πείσμα σε ορισμένους ανθρώπους.

  • επιμονή

    noun

    You strain our new relationship with your stubbornness, Elias.

    Χαλάς τη νέα μας σχέση με την επιμονή σου, Ελίας.

  • ισχυρογνωμοσύνη

    noun

    By your stubbornness, you play into the hands of our enemies.

    Με την ισχυρογνωμοσύνη σου, βοηθάς τους εχθρούς μας.

  • ξεροκεφαλιά

    noun feminine

    It's clear where you got your stubborn streak from.

    Είναι προφανές από ποιον πήρες την ξεροκεφαλιά σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stubbornness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stubbornness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • · άκαμπτος · αγύριστο κεφάλι · ανένδοτος · επίμονος · ισχυρογνώμων · πείσμων · πεισματάρης · πεισματικός
  • · άκαμπτος · αγύριστο κεφάλι · ανένδοτος · επίμονος · ισχυρογνώμων · πείσμων · πεισματάρης · πεισματικός
  • · άκαμπτος · αγύριστο κεφάλι · ανένδοτος · επίμονος · ισχυρογνώμων · πείσμων · πεισματάρης · πεισματικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stubbornness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη