Μετάφραση του "stuck" σε Ελληνικά

Οι εγκλωβισμένος, κολλημένος, χαντακωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stuck" σε Ελληνικά.

stuck adjective noun verb γραμματική

Trapped and unable to move. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγκλωβισμένος

  • κολλημένος

    When you live in no man's land, you're stuck with your memories.

    Οταν ζεις στην νεκρή ζώνη, είσαι κολλημένος με τις αναμνήσεις σου.

  • χαντακωμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stuck " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stuck" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ξιπασμένος · φαντασμένος
  • φρακαρισμένος
  • έτσι έμεινε · επικράτησε · καθιερώθηκε · κόλλησε
  • εγκλωβίζομαι σε · κολλά σε
  • είμαι προσκολλημένος σε · εγκλωβίζομαι σε · κολλάω σε · μένω παγιδευμένος σε · ξεμένω κάπου · παγιδεύομαι σε · χαντακώνομαι σε
  • κολλάω · κολλώ · φρακάρω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stuck" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη