Μετάφραση του "stuff" σε Ελληνικά
Οι γεμίζω, παραγεμίζω, ουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stuff" σε Ελληνικά.
stuff
verb
noun
interjection
γραμματική
Miscellaneous items; things. [..]
-
γεμίζω
verbto fill by crowding into [..]
Someone stuffs some explosives into their underwear and flies over the Atlantic.
Κάποιος γεμίζει τα εσώρουχά του με εκρηκτικά και πετά πάνω από τον Ατλαντικό.
-
παραγεμίζω
verbto fill by crowding into [..]
Bob, the l-stuff-my-pets Bob?
Ο Bob, ο παραγεμίζω-τα-ζώα-μου Bob;
-
ουσία
noun femininethe tangible substance that goes into the makeup of a physical object
I want you to do some of this stuff, man.
Σε θέλω για να παρεις λιγη από αυτήν την ουσία, δικε μου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πράγμα
- παρατρώω
- φουσκώνω
- υλικό
- πράγματα
- χώνω
- αντικείμενο
- ύλη
- ύφασμα
- πανί
- υπόθεση
- στόφα
- στοιβάζω
- μικροαντικείμενα
- βαλσαμώνω
- υπερπληρώνω
- χοντραίνω
- διάφορα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stuff " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "stuff"
Φράσεις παρόμοιες με "stuff" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μικροπράγματα · ψιλοπράγματα
-
μικροπράγματα
-
γεμίζω · παραγεμίζω
-
δημιουργώ από πρώτες ύλες
-
χάνομαι στις λεπτομέρειες
-
μελόδραμα
-
συμβαίνουν κι αυτά, δυστυχώς
-
συμβαίνουν κι αυτά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη