Μετάφραση του "stuffing" σε Ελληνικά
Οι γέμιση, γέμισμα, βαλσάμωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stuffing" σε Ελληνικά.
Present participle of stuff. [..]
-
γέμιση
noun feminineFood items used to stuff another
OK, stop stuffing your face for one minute.
Εντάξει, σταματήστε γέμιση πρόσωπό σας για ένα λεπτό.
-
γέμισμα
noun neuterYes, I supervised the stuffing of the teddy bears.
Nαι, επέβλεπα τo γέμισμα σε όλα τα αρκoυδάκια.
-
βαλσάμωμα
noun neuterMy hobby is stuffing things.
To χóμπı μoυ είναı τo βαλσάμωμα.
-
Γέμιση
edible substance or mixture, often a starch, used to fill a cavity in another food item while cooking
Nothing but the finest herbs, my dead mother's stuffing... and fresh garlic from a real garden.
Τίποτα, σαν τα ωραιότερα βότανα του βουνού Γέμιση, της συγχωρεμένης της μάνας μου... και φρέσκο σκόρδο από ένα πραγματικό κήπο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stuffing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "stuffing"
Φράσεις παρόμοιες με "stuffing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γεμάτος μέχρι πάνω
-
Άντε πηδήξου.
-
λούτρινος, -η, -ο · παραγεμισμένος · χορτάτος
-
Λούτρινο ζωάκι · αρκουδάκι
-
αρκουδάκι · λούτρινο · λούτρινο ζωάκι