Μετάφραση του "stumped" σε Ελληνικά
Οι αμήχανος, κολλάω, κομπλάρομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stumped" σε Ελληνικά.
stumped
adjective
verb
γραμματική
Perplexed, at a loss. [..]
-
αμήχανος
Adjective -
κολλάω
Verb verb -
κομπλάρομαι
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κομπλαρισμένος
- σε αμηχανία
- τα έχω χαμένα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stumped " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "stumped" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σε αμηχανία
-
ακρωτηριασμένο μέλος · αποστομώνω · αφήνω έκπληκτο · βήμα · βραχυκυκλώνω · κολόβωμα · κομπλάρω · κορμός · κούτσουρο · παραξενεύω · πρέμνο · προβληματίζω · σαστίζω · υπόλειμμα δέντρου μετά το κόψιμο · υπόλοιπο τμήμα · φέρνω σε αμηχανία · ψαρώνω
-
προβληματίζω · φέρνω σε αμηχανία
-
κορμός · υπόλειμμα δέντρου μετά το κόψιμο
-
ακρωτηριασμένο μέλος · αποστομώνω · αφήνω έκπληκτο · βήμα · βραχυκυκλώνω · κολόβωμα · κομπλάρω · κορμός · κούτσουρο · παραξενεύω · πρέμνο · προβληματίζω · σαστίζω · υπόλειμμα δέντρου μετά το κόψιμο · υπόλοιπο τμήμα · φέρνω σε αμηχανία · ψαρώνω
-
κορμός · υπόλειμμα δέντρου μετά το κόψιμο
-
ακρωτηριασμένο μέλος · αποστομώνω · αφήνω έκπληκτο · βήμα · βραχυκυκλώνω · κολόβωμα · κομπλάρω · κορμός · κούτσουρο · παραξενεύω · πρέμνο · προβληματίζω · σαστίζω · υπόλειμμα δέντρου μετά το κόψιμο · υπόλοιπο τμήμα · φέρνω σε αμηχανία · ψαρώνω
-
ακρωτηριασμένο μέλος · αποστομώνω · αφήνω έκπληκτο · βήμα · βραχυκυκλώνω · κολόβωμα · κομπλάρω · κορμός · κούτσουρο · παραξενεύω · πρέμνο · προβληματίζω · σαστίζω · υπόλειμμα δέντρου μετά το κόψιμο · υπόλοιπο τμήμα · φέρνω σε αμηχανία · ψαρώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη