Μετάφραση του "stupidity" σε Ελληνικά

Οι βλακεία, ηλιθιότητα, χαζομάρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stupidity" σε Ελληνικά.

stupidity noun γραμματική

(uncountable) The property of being stupid. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βλακεία

    noun feminine

    act that is stupid

    I just said a very stupid thing.

    Μόλις είπα μια μεγάλη βλακεία.

  • ηλιθιότητα

    noun feminine

    Make sure you don't do anything stupid ever again.

    Να προσέχω να μην κάνεις ξανά καμιά ηλιθιότητα.

  • χαζομάρα

    noun

    I did a stupid thing and I'll take responsibility for it.

    Έκανα μια χαζομάρα και παίρνω όλη την ευθύνη γι'αυτό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κουταμάρα
    • ανοησία
    • ζαβάδα
    • Βλακεία
    • ακατανοησία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stupidity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stupidity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μη λες βλακείες
  • άνους · ανόητος · βλάκας · βλήμα · βλακώδης · βραδύνους · ηλίθια · ηλίθιο · ηλίθιος · κουλός · κουτή · κουτό · κουτός · μάπας · μουρλός · χαζή · χαζό · χαζός
  • παλιά-, παλιό- [+ουσ.]
  • άνους · ανόητος · βλάκας · βλήμα · βλακώδης · βραδύνους · ηλίθια · ηλίθιο · ηλίθιος · κουλός · κουτή · κουτό · κουτός · μάπας · μουρλός · χαζή · χαζό · χαζός
  • άνους · ανόητος · βλάκας · βλήμα · βλακώδης · βραδύνους · ηλίθια · ηλίθιο · ηλίθιος · κουλός · κουτή · κουτό · κουτός · μάπας · μουρλός · χαζή · χαζό · χαζός
  • άνους · ανόητος · βλάκας · βλήμα · βλακώδης · βραδύνους · ηλίθια · ηλίθιο · ηλίθιος · κουλός · κουτή · κουτό · κουτός · μάπας · μουρλός · χαζή · χαζό · χαζός
  • άνους · ανόητος · βλάκας · βλήμα · βλακώδης · βραδύνους · ηλίθια · ηλίθιο · ηλίθιος · κουλός · κουτή · κουτό · κουτός · μάπας · μουρλός · χαζή · χαζό · χαζός
  • άνους · ανόητος · βλάκας · βλήμα · βλακώδης · βραδύνους · ηλίθια · ηλίθιο · ηλίθιος · κουλός · κουτή · κουτό · κουτός · μάπας · μουρλός · χαζή · χαζό · χαζός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stupidity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη