Μετάφραση του "stuttering" σε Ελληνικά
Οι τραύλισμα, τραυλίζοντας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stuttering" σε Ελληνικά.
stuttering
adjective
noun
verb
γραμματική
A speech disorder in which the flow of speech is disrupted by involuntary repetitions and prolongations of sounds, syllables, words or phrases, and by involuntary silent pauses or blocks in which the stutterer is unable to produce sounds. [..]
-
τραύλισμα
neuterBut I still would've been living my life with a fake stutter.
Αλλά θα ζούσα ακόμα με ένα ψεύτικο τραύλισμα.
-
τραυλίζοντας
I just sometimes express great joy by stuttering and sweating profusely.
Απλά μερικές φορές εκφράζω μεγάλη χαρά τραυλίζοντας και ιδρώνοντας υπερβολικά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stuttering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "stuttering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τραυλίζω
-
τραυλή · τραυλός
-
βομβώ · διστάζω έχω σωματικό τικ · τραυλίζω · τραύλισμα · τρικλίζω · ψελλίζω · ψευδίζω
-
τραυλή · τραυλός
-
βομβώ · διστάζω έχω σωματικό τικ · τραυλίζω · τραύλισμα · τρικλίζω · ψελλίζω · ψευδίζω
-
τραυλίζω
-
βομβώ · διστάζω έχω σωματικό τικ · τραυλίζω · τραύλισμα · τρικλίζω · ψελλίζω · ψευδίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη